Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Πώς οικοδομείται ο φασισμός

Μι­λά­με τον τε­λευ­ταίο και­ρό ό­λο και πιο συ­χνά για φαι­νό­με­να και δια­δι­κα­σίες «εκ­φα­σι­σμού». Η δια­τύ­πω­ση α­ντι­στοι­χεί σε έ­να α­πει­λη­τι­κό ο­ρί­ζο­ντα και σε πο­λι­τι­κές που τον φέρ­νουν κο­ντά, α­παι­τεί ό­μως μια πιο προ­σε­κτι­κή ε­ξέ­τα­ση, κα­θώς ε­μπε­ριέ­χει έ­να κίν­δυ­νο. Μπο­ρεί δη­λα­δή να δώ­σει την ε­σφαλ­μέ­νη ε­ντύ­πω­ση μιας γραμ­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης. Δεν «γί­νε­ται η κοι­νω­νία φα­σι­στι­κή», δεν πρό­κει­ται για μια εγ­γε­νή δυ­να­μι­κή του κα­πι­τα­λι­σμού. Ο φα­σι­σμός δεν εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα μιας «πο­ρείας των πραγ­μά­των» ού­τε ε­νός αυ­το­μα­τι­σμού που προ­κύ­πτει α­πό τις οι­κο­νο­μι­κές σχέ­σεις.

του Γεράσιμου Κουζέλη πηγή εφ. Εποχή. 
 

Η α­πει­λή που δια­γρά­φε­ται στο ση­με­ρι­νό ο­ρί­ζο­ντα εί­ναι η α­πει­λή ε­πι­βο­λής ε­νός κα­θε­στώ­τος. Η ε­πι­βο­λή αυ­τή α­πο­τε­λεί τον στό­χο συ­γκε­κρι­μέ­νων δυ­νά­μεων. Επι­διώ­κε­ται η ε­πι­βο­λή φα­σι­στι­κού κα­θε­στώ­τος. Και ε­πι­διώ­κε­ται α­πό δυ­νά­μεις συ­ντο­νι­σμέ­νες και ή­δη ορ­γα­νω­μέ­νες σε έ­να κί­νη­μα, πράγ­μα που έ­χει κα­θο­ρι­στι­κή ση­μα­σία.

Οι φα­σι­στι­κές δυ­νά­μεις συ­γκρο­τού­νται και ε­νι­σχύο­νται α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­νάρ­θρω­ση λό­γων και πρα­κτι­κών – ι­δε­ο­λο­γιών δη­λα­δή και μορ­φών δρά­σης ή ά­σκη­σης ε­ξου­σίας. Κε­ντρι­κός ά­ξο­νας αυ­τής της συ­νάρ­θρω­σης εί­ναι η αμ­φι­σβή­τη­ση της δη­μο­κρα­τίας ως τρό­που ορ­γά­νω­σης των πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών σχέ­σεων.


Η αμ­φι­σβή­τη­ση της δη­μο­κρα­τίας

Ο φα­σι­σμός ση­μαί­νει ε­πο­μέ­νως α­να­τρο­πή της δη­μο­κρα­τίας. Η δη­μο­κρα­τία εί­ναι α­πέ­να­ντί του – με ό­λες τις πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες που έ­χει αυ­τός ο ο­ρι­σμός του κρί­σι­μου ζεύ­γους της α­ντί­θε­σης.
Αλλά η φα­σι­στι­κή α­να­τρο­πή της δη­μο­κρα­τίας ε­πι­διώ­κε­ται και ε­πι­βάλ­λε­ται στη βά­ση μιας κοι­νω­νι­κής συμ­μα­χίας, δη­λα­δή με μα­ζι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη. Εδώ έ­γκει­ται η κα­τά τον Που­λα­ντζά κρι­σι­μό­τε­ρη δια­φο­ρά α­πό τη δι­κτα­το­ρία. Εδώ ό­μως βρί­σκε­ται και η ση­μα­σία της υ­πο­στή­ρι­ξης που δέ­χε­ται, που μέ­χρι τώ­ρα ε­ξα­σφά­λι­σε η ση­με­ρι­νή φα­σι­στι­κή συμ­μο­ρία στην Ελλά­δα, η ση­μα­σία της ε­πί­γνω­σης ό­τι και η ε­πι­φα­νεια­κή συ­μπό­ρευ­ση μα­ζί της, α­κό­μα και η α­νο­χή της, τρο­φο­δο­τούν τη δυ­να­μι­κή φα­σι­στι­κής α­να­τρο­πής της δη­μο­κρα­τίας. Έτσι φτιά­χνε­ται το φα­σι­στι­κό κί­νη­μα, έ­τσι το γνω­ρί­σα­με να φτιά­χνε­ται στο με­σο­πό­λε­μο, μέ­χρι να κα­τα­λά­βει την ε­ξου­σία.

Η κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία α­να­φέ­ρε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νες κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρίες και στρώ­μα­τα που τρο­φο­δο­τούν πε­ρισ­σό­τε­ρο, εκ­προ­σω­πού­νται α­με­σό­τε­ρα, εκ­φρά­ζο­νται σα­φέ­στε­ρα και βε­βαίως ε­νι­σχύο­νται α­πό τη φα­σι­στι­κή δρά­ση και μέ­σω του φα­σι­στι­κού λό­γου. Πρό­κει­ται κυ­ρίως για την πα­ρα­δο­σια­κή και κυ­ρίως τη νέα μι­κρο­α­στι­κή τά­ξη. Η α­στα­θής κοι­νω­νι­κή θέ­ση της, η διαρ­κώς υ­πό αί­ρε­ση, αν και τυ­πι­κά ι­σχυ­ρή, πο­λι­τι­κή της εκ­προ­σώ­πη­ση και βε­βαίως ι­διαί­τε­ρα ο κοι­νω­νι­κά κυ­ρίαρ­χος αλ­λά συμ­βο­λι­κά πά­ντα α­πα­ξιω­μέ­νος δι­κός της τρό­πος βίω­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, η δι­κή της ι­δε­ο­λο­γία, ο­δη­γούν τμή­μα­τα της μι­κρο­α­στι­κής τά­ξης στη συ­γκρό­τη­ση του κε­ντρι­κού κορ­μού των φα­σι­στι­κών κι­νη­μά­των.
Η φα­σι­στι­κή δυ­να­μι­κή τρο­φο­δο­τεί­ται (τώ­ρα, ό­πως και στο με­σο­πό­λε­μο) α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Για­τί η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση εί­ναι ταυ­το­χρό­νως πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή και μά­λι­στα πρω­τί­στως και πρω­ταρ­χι­κά τέ­τοια· υ­πό μια ι­σχυ­ρή έν­νοια η οι­κο­νο­μι­κή προήλ­θε α­πό την πο­λι­τι­κή, α­πό τη ρι­ζι­κή με­τα­βο­λή του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­μεων και την ε­πι­βο­λή ε­νός «μο­νο­διά­στα­του» κό­σμου. Δεν πρό­κει­ται ό­μως για μια σχέ­ση νο­μο­τε­λεια­κή και δεν θα πρέ­πει να την α­φή­σου­με να γί­νει, να ε­πι­τρέ­ψου­με δη­λα­δή τη διο­χέ­τευ­ση του δυ­να­μι­κού που προ­κύ­πτει α­πό τις συ­νέ­πειες της κρί­σης, α­πό την α­πα­ξίω­ση του κυ­ρίαρ­χου κό­σμου, στη φα­σι­στι­κή προο­πτι­κή. Ότι η σχέ­ση κρί­σης και φα­σι­σμού δεν εί­ναι δε­σμευ­τι­κή ή νο­μο­τε­λεια­κή ση­μαί­νει μεν ό­τι δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νο πως κά­θε οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση ε­πι­φέ­ρει την α­νά­δει­ξη ή ε­νί­σχυ­ση του φα­σι­σμού, αλ­λά (δυ­στυ­χώς) ση­μαί­νει και ό­τι η φα­σι­στι­κή ε­πί­θε­ση δεν θα ε­ξα­φα­νι­στεί αυ­τό­μα­τα με την ό­ποια, έ­στω και δυσ­διά­κρι­τη σή­με­ρα, υ­πέρ­βα­ση της κρί­σης. Ο α­γώ­νας εί­ναι ε­πο­μέ­νως α­να­γκα­στι­κά διτ­τός, ε­νά­ντια στην κρί­ση και ε­νά­ντια στο φα­σι­σμό.

Φα­σι­σμός και κρί­ση

Αν η κρί­ση τρο­φο­δο­τεί μέ­σω ε­νός ι­διαί­τε­ρα ι­σχυ­ρού μη­χα­νι­σμού το φα­σι­σμό, αυ­τός εί­ναι η καλ­λιέρ­γεια α­πο­γοή­τευ­σης α­πό τον τρό­πο λει­τουρ­γίας και ε­πί­λυ­σης προ­βλη­μά­των των δη­μο­κρα­τι­κών θε­σμών και διερ­γα­σιών. Υπό συν­θή­κες ο­ξυ­μέ­νης κρί­σης, ό­πως τη βιώ­νου­με σή­με­ρα στην Ελλά­δα, η α­κραία α­πο­γοή­τευ­ση α­πό την α­στι­κή, την κοι­νο­βου­λευ­τι­κή δη­μο­κρα­τία διο­χε­τεύε­ται σε τό­σο με­γά­λο βαθ­μό προς το φα­σι­στι­κό δυ­να­μι­κό ε­ξαι­τίας της έλ­λει­ψης προο­πτι­κής. Η φα­σι­στι­κή α­πόρ­ρι­ψη της δη­μο­κρα­τίας τρέ­φε­ται α­πό την α­πό­γνω­ση. Η πλή­ρης α­που­σία πραγ­μα­τι­κής διε­ξό­δου, ε­ναλ­λα­κτι­κής πο­ρείας, που τό­σο κο­ντό­φθαλ­μα, ε­γκλη­μα­τι­κά, καλ­λιερ­γεί­ται α­πό τα μέ­σα και τις α­στι­κές δυ­νά­μεις για να α­πο­σεί­σουν τον κίν­δυ­νο της α­ρι­στε­ράς, με­τα­φρά­ζε­ται σε α­νι­κα­νό­τη­τα των θε­σμών και δια­δι­κα­σιών που συ­γκρο­τεί και θέ­τει σε κί­νη­ση η δη­μο­κρα­τία να προ­σφέ­ρουν ο­ρα­τή και πει­στι­κή λύ­ση.
Αυ­τός εί­ναι άλ­λω­στε ο κίν­δυ­νος του μη­δε­νι­σμού. Η α­ρι­στε­ρά εί­ναι υ­πο­χρεω­μέ­νη, ι­διαί­τε­ρα ε­ντός της κρί­σης, να έ­χει πρό­γραμ­μα διε­ξό­δου, να προ­τεί­νει ρε­α­λι­στι­κές, βιώ­σι­μες λύ­σεις, να δεί­χνει συ­γκε­κρι­μέ­νες προο­πτι­κές. Ο φα­σι­σμός δεν έ­χει και δεν χρειά­ζε­ται πρό­γραμ­μα. Όταν και αν, ε­νι­σχυ­μέ­νος α­πό την α­πό­γνω­ση ευ­ρύ­τε­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των, κα­τα­λά­βει την ε­ξου­σία θα υ­λο­ποιή­σει το άρ­ρη­το πρό­γραμ­μα των ε­ξο­ντώ­σεων, του ο­λο­καυ­τώ­μα­τος, των στρα­το­πέ­δων. Γι αυ­τό άλ­λω­στε οι εκ­πρό­σω­ποι και προ­πα­γαν­δι­στές του φα­σι­σμού δεν λέ­νε κά­τι, δεν λέ­νε ποια διέ­ξο­δο βλέ­πουν αλ­λά ού­τε και τι θέ­λουν να κά­νουν, λο­γο­κρί­νο­ντας τους κρυ­φούς σκο­πούς τους.

Οι φα­σι­στι­κές δυ­νά­μεις τρο­φο­δο­τού­νται α­πό στοι­χεία που ο­ξύ­νο­νται μέ­σα στην οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση αλ­λά προϋπάρ­χουν στην α­στι­κή ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νίας, τη χα­ρα­κτη­ρί­ζουν. Με αυ­τή την έν­νοια, κα­τά τη γνω­στή ρή­ση του Χόρ­κχάι­με­ρ, «ό­ποιος δεν θέ­λει να μι­λή­σει για τον κα­πι­τα­λι­σμό θα πρέ­πει να σω­παί­νει και για το φα­σι­σμό». Εντός της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νίας α­να­δει­κνύο­νται τα φαι­νό­με­να και οι δυ­νά­μεις που ορ­γα­νώ­νο­νται και ε­πεν­δύο­νται στον φα­σι­σμό, οι δυ­νά­μεις που τον τρο­φο­δο­τούν. Και εί­ναι αυ­τές α­κρι­βώς οι δυ­νά­μεις κι αυ­τά α­κρι­βώς τα φαι­νό­με­να που πρέ­πει να δια­κρί­νου­με και να ε­λέγ­ξου­με τώ­ρα, αυ­τά πρέ­πει να πο­λε­μή­σου­με. Να δού­με τι τρο­φο­δο­τεί τον νε­ο­να­ζι­σμό και να α­γω­νι­στού­με για την α­πο­κο­πή των δε­σμών που ε­ξυ­φαί­νο­νται, των λό­γων που νο­μι­μο­ποιού­νται, των ση­μα­σιών που α­πο­δί­δο­νται, των πο­λι­τι­κών που ορ­γα­νώ­νουν. Να α­πο­τρέ­ψου­με ό,τι α­πει­λη­τι­κό ε­ξυ­φαί­νε­ται σε σχο­λεία και γυ­μνα­στή­ρια, με τη συ­στη­μα­τι­κή α­πα­ξίω­ση της πο­λι­τι­κής, με τη δια­φθο­ρά και την α­τι­μω­ρη­σία, με τη διαρ­κή και ή­δη «τε­τριμ­μέ­νη» πα­ρα­βία­ση του συ­ντάγ­μα­τος, με τα φαι­νό­με­να ά­κρα­του αυ­ταρ­χι­σμού που πλέ­ον συ­να­ντά­με κα­θη­με­ρι­νά.

Τρο­φο­δό­τες του φα­σι­σμού

Εί­πα ή­δη ό­τι ο φα­σι­σμός συ­νί­στα­ται σε λό­γους και πρα­κτι­κές αμ­φι­σβή­τη­σης, α­πο­στα­θε­ρο­ποίη­σης και α­να­τρο­πής της δη­μο­κρα­τίας, σε πρα­κτι­κούς λό­γους με την πιο εμ­φα­τι­κή δυ­να­τή έν­νοια: α­φε­νός ά­με­σα ε­πι­τε­λε­στι­κούς (κα­λούν σε δρά­ση: «ε­κτε­λέ­στε τους») και α­φε­τέ­ρου ά­με­σα ορ­γα­νω­τι­κούς (φτιά­χνουν το κί­νη­μα που θα δρά­σει α­να­λαμ­βά­νο­ντας ε­κτε­λέ­σεις).
Πρό­κει­ται για λό­γους και πρα­κτι­κές που συ­ναρ­θρώ­νο­νται ε­κεί ό­που τέ­μνο­νται –εν μέ­ρει α­νε­ξάρ­τη­τες με­τα­ξύ τους– γραμ­μές, ε­κεί ό­που συ­να­ντώ­νται, αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται και συ­νυ­φαί­νο­νται σε έ­να γε­ρό και α­πει­λη­τι­κό πα­λα­μά­ρι τα νή­μα­τα μιας σει­ράς «ι­σμών», που πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πί­σου­με συ­στη­μα­τι­κά. Στους λό­γους και τις πρα­κτι­κές που τρο­φο­δο­τούν τη φα­σι­στι­κή ε­πί­θε­ση, κε­ντρι­κή θέ­ση κα­τέ­χου­ν:

α. Οι κά­θε λο­γής ρα­τσι­σμοί – στον πλη­θυ­ντι­κό, για­τί πρό­κει­ται για έ­να ο­λό­κλη­ρο φά­σμα. Το α­ντι­κεί­με­νο ε­φαρ­μο­γής του ρα­τσι­σμού με­τα­τί­θε­ται α­νά­λο­γα με τις συν­θή­κες, α­νά­λο­γα με την πίε­ση της κοι­νω­νι­κά ε­πι­βαλ­λό­με­νης λο­γο­κρι­σίας, α­νά­λο­γα με τα πε­ρι­θώ­ρια α­νο­χής της ρα­τσι­στι­κής θε­με­λίω­σης υ­φι­στά­με­νων κοι­νω­νι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών δια­κρί­σεων – κά­τι που ι­σχύει και για τα ε­πό­με­να εί­δη λό­γου. Έτσι, στα ελ­λη­νι­κά δε­δο­μέ­να, οι μαύ­ροι έ­γι­ναν α­ντι­κεί­με­νο ρα­τσι­στι­κής ε­πί­θε­σης, ε­νώ δεν ή­ταν πα­λαιό­τε­ρα, οι με­τα­νά­στες χω­ρί­στη­καν σε «λα­θρο»με­τα­νά­στες και «νό­μι­μους», οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι γί­νο­νται ο ε­πό­με­νος στό­χος και η ε­πι­λε­κτι­κή ε­πι­κέ­ντρω­ση συ­νε­χί­ζε­ται δια­λυ­τι­κά για το κοι­νω­νι­κό σώ­μα και τις α­ντι­στά­σεις του - ε­νώ βέ­βαια οι γυ­ναί­κες και ό,τι εκ­προ­σω­πεί το γυ­ναι­κείο φύ­λο πα­ρα­μέ­νουν στα­θε­ροί στό­χοι ρα­τσι­στι­κής ε­πί­θε­σης και με ευ­κο­λία ε­ξα­σφά­λι­σης α­πο­δο­χής.

β. Ο α­ντι­ση­μι­τι­σμός. Εί­ναι λό­γος, στά­ση και πο­λι­τι­κή με βα­θιές ρί­ζες και α­νά­λο­γα αί­τια, συν­δε­δε­μέ­να με τη δο­μή της κοι­νω­νίας και την ι­δε­ο­λο­γι­κή της θε­με­λίω­ση. Αλλά εί­ναι και λό­γος, στά­ση και πο­λι­τι­κή που διαρ­κώς α­να­νεώ­νε­ται, εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται και ε­πεν­δύε­ται στη νο­μι­μο­ποίη­ση κά­θε πα­ρού­σας κοι­νω­νι­κής α­συμ­με­τρίας, στην α­πό­κρυ­ψη των κρί­σι­μων σχέ­σεων, των α­πο­φα­σι­στι­κών συμ­φε­ρό­ντων, των ου­σια­στι­κό­τε­ρων α­νι­σο­τή­των. Και βε­βαίως  εί­ναι λό­γος, στά­ση και πο­λι­τι­κή που εύ­κο­λα α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει την κρι­τι­κή, ε­ξί­σου εύ­κο­λα με­ταμ­φιέ­ζε­ται σε ζή­τη­μα πί­στης ή δή­θεν διε­θνο­πο­λι­τι­κής ε­κτί­μη­σης και α­κό­μα πιο εύ­κο­λα ε­πι­τρέ­πει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και φα­σι­στι­κή προ­βο­λι­κή α­ξιο­ποίη­ση α­πω­θη­μέ­νων φό­βων, εχ­θρό­τη­τας, φθό­νου και συ­ναι­σθη­μά­των μειο­νε­κτι­κό­τη­τας. Αν και φαι­νο­με­νι­κά πρό­κει­ται για μια ε­πι­μέ­ρους μό­νο διά­στα­ση, ο α­ντι­ση­μι­τι­σμός υ­πήρ­ξε πά­ντα -και πα­ρα­μέ­νει- ο ι­σχυ­ρός κρί­κος του φα­σι­στι­κού λό­γου, ο άρ­ρη­τος α­φη­γη­μα­τι­κός ι­στός, που α­ντι­κα­θι­στά την πραγ­μα­τι­κή πλο­κή, το υ­πο­φώ­σκον μο­τί­βο που ε­πι­τρέ­πει στον α­πο­δέ­κτη του φα­σι­στι­κού λό­γου να α­πο­κω­δι­κο­ποιή­σει τον υ­παι­νιγ­μό: πί­σω α­πό ό­λα κρύ­βε­ται πά­ντα ο ε­βραίος·

Ολο­κλη­ρω­τι­σμός και αυ­ταρ­χι­σμός

γ. Όλες οι εκ­φάν­σεις του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού. Εννοώ τον ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό κυ­ριο­λε­κτι­κά, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας κά­θε λό­γο που α­ξιώ­νει με α­πό­λυ­το τρό­πο τον ρι­ζι­κό πε­ριο­ρι­σμό των δυ­να­το­τή­των, των ε­ναλ­λα­κτι­κών λύ­σεων, της δια­φο­ρε­τι­κής σκέ­ψης. Εννοώ ε­πο­μέ­νως ό­χι μό­νο την α­πει­λη­τι­κή και συ­νά­μα κοι­νό­το­πη ε­πί­κλη­ση του «έ­νας δι­κτά­το­ρας μας χρειά­ζε­ται», αλ­λά και τον α­πο­κλει­σμό κά­θε ε­ναλ­λα­κτι­κής δυ­να­τό­τη­τας στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρα προ­δια­γραμ­μέ­νη, υ­πο­τί­θε­ται αυ­το­νό­η­τη, πο­ρεία των πραγ­μά­των, στο «έ­τσι έ­χουν τα πράγ­μα­τα», στην πε­ρι­γρα­φή του πα­ρό­ντος ως α­πό­λυ­τα δε­δο­μέ­νου, α­ναμ­φι­σβή­τη­του και α­με­τά­βλη­του. Εννοώ ό­μως και ε­κεί­νο τον ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό που α­να­πα­ρά­γε­ται στην κε­νο­λο­γία των εκ­προ­σώ­πων των α­στι­κών κομ­μά­των (η κε­νο­λο­γία των φα­σι­στών εί­ναι πρό­γραμ­μα), ε­κεί­νων που δεν λέ­νε τί­πο­τα, ώ­στε να μην εί­ναι ο­ρα­τό κα­νέ­να δια­κύ­βευ­μα, σαν τί­πο­τα να μην «παί­ζε­ται», ώ­στε να μην υ­πάρ­χει τί­πο­τα να αμ­φι­σβη­τη­θεί, να ε­λεγχ­θεί κρι­τι­κά, κα­νέ­νας ο­ρί­ζο­ντας. Και έ­τσι ή­ταν ό­λα τα τε­λευ­ταία χρό­νια ο λό­γος των πο­λι­τι­κών, έ­τσι εί­ναι και σή­με­ρα: κε­νός πε­ριε­χο­μέ­νου και πολ­λα­πλά α­κα­τά­λη­πτος (τα οι­κο­νο­μι­κά ως κλει­στός λό­γος), α­πο­φθεγ­μα­τι­κή έκ­θε­ση δε­δο­μέ­νων, χω­ρίς ε­πι­χει­ρή­μα­τα, χω­ρίς ε­ρω­τή­μα­τα.

δ. Οι α­κό­μα ευ­ρύ­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νες, πολ­λα­πλές ό­ψεις του αυ­ταρ­χι­σμού. Εδώ α­νή­κει ο αυ­ταρ­χι­σμός της κα­τα­στο­λής, η α­συ­γκρά­τη­τη και α­νε­ξέ­λε­γκτη ά­σκη­ση βίας κα­τά των πο­λι­τών, με την α­νο­χή των αρ­χών, με συ­ναί­νε­ση στην α­πο­σιώ­πη­ση, με το θρά­σος της α­παλ­λα­γής των υ­πευ­θύ­νων, με την διαρ­κή ε­νί­σχυ­ση των πιο ε­πι­θε­τι­κών μορ­φών και φο­ρέων της – ό,τι δη­λα­δή ζού­με στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας ως ψευ­δή δη­μό­σια σφαί­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια.

Εδώ α­νή­κει και ο αυ­ταρ­χι­σμός του πο­λι­τι­κού α­νε­ξέ­λε­γκτου, της άρ­νη­σης λο­γο­δο­σίας προς την κοι­νω­νία αλ­λά και προς τους ί­διους τους πο­λι­τι­κούς εκ­προ­σώ­πους, της α­πα­ξίω­σης της βου­λής και συ­χνά της πλή­ρους ε­ξου­δε­τέ­ρω­σης των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δια­δι­κα­σιών ε­λέγ­χου, της πα­ρα­βία­σης του δια­χω­ρι­σμού των ε­ξου­σιών και του συ­ντάγ­μα­τος με τη δια­κυ­βέρ­νη­ση δια δια­ταγ­μά­των σε προ­σο­μοίω­ση της κα­τά­στα­σης ε­ξαί­ρε­σης – αυ­τός εί­ναι ο αυ­ταρ­χι­σμός του κυ­βερ­νη­τι­κού «έ­τσι θέ­λω».
Εδώ α­νή­κει ε­πί­σης ο αυ­ταρ­χι­σμός της α­νευ­θυ­νό­τη­τας και του α­τι­μώ­ρη­του ό­σων εκ­προ­σω­πούν τον κορ­μό των πο­λι­τεια­κών θε­σμών, με­λών της κυ­βέρ­νη­σης, της κρα­τι­κής και το­πι­κής διοί­κη­σης, της εκ­κλη­σίας, των κε­ντρι­κών μη­χα­νι­σμών – κα­νέ­νας δεν θί­γε­ται, κα­νέ­νας δεν τι­μω­ρεί­ται, κα­νέ­νας δεν αι­σθά­νε­ται και δεν δη­λώ­νει ευ­θύ­νη με­τά α­πό τα τό­σα σκάν­δα­λα, μέ­σα στην τό­ση δια­φθο­ρά και μά­λι­στα, σή­με­ρα, με το φα­σι­σμό στο προ­σκή­νιο (υ­πουρ­γοί, αρ­χη­γοί κομ­μά­των που «ξε­χνά­νε», που χα­μο­γε­λά­νε α­διά­φο­ρα) – αυ­τός εί­ναι ο αυ­ταρ­χι­σμός του κα­θε­στω­τι­κού «α­φού μπο­ρώ»·

Εδώ α­νή­κει ό­μως και ο αυ­ταρ­χι­σμός της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ο μι­σαλ­λό­δο­ξος αυ­ταρ­χι­σμός της μι­κρο­α­στι­κής μι­κρο-ε­ξου­σίας, ε­κεί­νου του α­νε­ξέ­λε­γκτου που δια­τη­ρεί­ται και εκ­τρέ­φε­ται για να νο­μι­μο­ποιή­σει, στο μο­τί­βο του «έ­τσι εί­ναι ο Έλλη­νας», την α­στι­κή θε­σμι­κή αυ­θαι­ρε­σία – που σή­με­ρα μά­λι­στα προ­βάλ­λε­ται ως δή­θεν «α­νο­μία», για να συ­γκα­λύ­ψει την πραγ­μα­τι­κή κα­τά­λυ­ση των δη­μο­κρα­τι­κών αρ­χών κοι­νω­νι­κής συμ­βίω­σης. Κι α­κό­μα, ε­δώ θα έ­πρε­πε να συ­μπε­ρι­λά­βου­με τον αυ­ταρ­χι­σμό της αν­δρο­κρα­τίας, του υ­πο­βι­βα­σμού και του πο­λι­τι­σμι­κού-πο­λι­τι­κού α­πο­κλει­σμού των γυ­ναι­κών, έ­ναν αυ­ταρ­χι­σμό εν τέ­λει «πρω­τό­γο­νο», κα­θώς σε τε­λευ­ταία α­νά­λυ­ση ε­δραιώ­νε­ται στη σω­μα­τι­κή ρώ­μη και στη φα­ντα­σίω­ση της φαλ­λο­κρα­τι­κής δύ­να­μης.

Εθνοκεντρισμός

ε. Ο ε­θνο­κε­ντρι­σμός, στον ο­ποίο ε­πα­νεμ­φα­νί­ζο­νται οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις πα­ρα­πά­νω δια­στά­σεις, και ο ο­ποίος α­πο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό κορ­μό του φα­σι­στι­κού λό­γου. Η ερ­μη­νεία και βίω­ση του κό­σμου α­πό τη σκο­πιά ε­νός δια­κρι­τού, α­ξια­κά φορ­τι­σμέ­νου και με­τα­φυ­σι­κά ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νου «ε­μείς», ε­νός «ε­μείς» συ­γκρο­τη­μέ­νου κα­τ’ α­ντι­πα­ρά­θε­ση προς την ε­κά­στο­τε ε­τε­ρό­τη­τα, τον ε­κά­στο­τε άλ­λο, τον ε­κά­στο­τε ξέ­νο, τον ε­κά­στο­τε δια­φο­ρε­τι­κό, τον ή­δη πά­ντα δυ­νά­μει εχ­θρό, αυ­τή η κο­σμο­θεω­ρη­τι­κή στά­ση βρί­σκε­ται πά­ντα στο ε­πί­κε­ντρο κά­θε φα­σι­στι­κής α­ξίω­σης. Εντός αυ­τού του πλαι­σίου το έ­θνος εί­ναι η πρω­ταρ­χι­κή αρ­χή ορ­γά­νω­σης, ο γνώ­μο­νας του φα­σι­στι­κού λό­γου.

Πρό­κει­ται για έ­να έ­θνος μυ­θι­κό και κυ­ρίως φαι­νο­με­νι­κά α­τα­ξι­κό, χω­ρίς ε­σω­τε­ρι­κές συ­γκρού­σεις, χω­ρίς ε­σω­τε­ρι­κές ρή­ξεις και ρωγ­μές. Το παι­χνί­δι με το ποιος α­νή­κει σε αυ­τό, με το ποιος το α­πει­λεί, ποιος πραγ­μα­τι­κά το εκ­φρά­ζει, ποιος εί­ναι στο ε­σω­τε­ρι­κό του και ποιος έ­χει βγει ή πρέ­πει να βγει α­πέ­ξω, αυ­τό το α­φε­λές –αλ­λά για αυ­τό και πιο ε­πι­κίν­δυ­νο– παι­χνί­δι εί­ναι ο βα­σι­κός μη­χα­νι­σμός πα­ρα­γω­γής φα­σι­στι­κού υ­λι­κού. Οι ο­ρι­σμοί του με­τα­βάλ­λο­νται, ό­πως και τα πε­ριε­χό­με­νά του α­νά­λο­γα με την ι­στο­ρι­κή και πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία –ό­πως με­τα­βάλ­λε­ται και η α­πέ­να­ντι ταυ­τό­τη­τα, ο προς ε­ξο­λό­θρευ­ση εχ­θρός, ο μη α­νή­κων άλ­λος, α­νά­λο­γα μα το ποια α­σθε­νέ­στε­ρη και ευά­λω­τη ο­μά­δα α­πο­δει­κνύε­ται ευ­κο­λό­τε­ρο και πιο α­πο­δε­κτό θύ­μα– και με­τα­βάλ­λο­νται πα­ρά τη ρη­το­ρι­κή εμ­μο­νή σε α­κα­τά­λυ­τους δε­σμούς και α­κλό­νη­τες ρί­ζες. Εξάλ­λου, κα­θό­λου δεν δυ­σκο­λεύε­ται ο φα­σι­σμός να που­λά­ει το έ­θνος, ό­ταν αυ­τό υ­πα­γο­ρεύε­ται α­πό το σκο­τει­νό πυ­ρή­να της ε­ξο­λό­θρευ­σης.

Αυ­τές εί­ναι δυ­νά­μεις που ε­νυ­πάρ­χουν στο α­στι­κό κα­θε­στώς, δυ­νά­μεις που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την κα­πι­τα­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή ό­πως και την κα­πι­τα­λι­στι­κή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Πρό­κει­ται ό­μως για δυ­νά­μεις που ε­νι­σχύο­νται κα­τα­λυ­τι­κά α­πό τη διάρ­ρη­ξη των κοι­νω­νι­κών δε­σμών, την α­δια­με­σο­λά­βη­τη ά­σκη­ση κα­τα­σταλ­τι­κής ε­ξου­σίας και την χω­ρίς φραγ­μούς εκ­με­τάλ­λευ­ση που ε­πέ­βα­λαν την κρί­ση και ε­πι­βλή­θη­καν μέ­σω αυ­τής. Πρό­κει­ται ταυ­το­χρό­νως για δυ­νά­μεις που ο­ξύ­νο­νται υ­πό το κα­θε­στώς έλ­λει­ψης προο­πτι­κής που ε­πι­βάλ­λει η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και που έ­τσι ε­ντέ­λει τρο­φο­δο­τούν ά­με­σα το φα­σι­σμό. Η σύν­θε­σή τους ό­μως, η συ­νύ­φαν­ση  και συ­νάρ­θρω­σή τους πυ­ρο­δο­τεί­ται α­πό την πρα­κτι­κή αμ­φι­σβή­τη­ση, α­πό την άρ­ση της δη­μο­κρα­τίας. Αυ­τή εί­ναι η γραμ­μή ά­μυ­νας: α­γω­νι­ζό­μα­στε για την ταυ­τό­χρο­νη δια­σφά­λι­ση, εμ­βά­θυν­ση και α­να­ση­μα­σιο­δό­τη­ση της δη­μο­κρα­τίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου