Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Η Αθήνα τον Αύγουστο

της Αλίκης Κοσυφολόγου


Αρχές Αυγούστου, μεσημέρι σε γνωστό υποκατάστημα αλυσίδας εστιατορίων ασιατικής κουζίνας στο κέντρο της Γλυφάδας. Οικογένειες, καλοντυμένοι κύριοι, νεανικές παρέες με περιβολή παραλίας, μια περιποιημένη κυρία στην υποδοχή του εστιατορίου και πίσω στην κουζίνα –που είναι ανοιχτή, ώστε να είναι ορατή η διαδικασία παρασκευής του φαγητού– τρεις άνδρες αραβικής καταγωγής προετοιμάζουν τα γεύματα. Κανείς και καμιά από τους θαμώνες του καταστήματος δεν παραπονιέται, δεν φοβάται ή δεν σιχαίνεται να φάει το φαγητό που σερβίρεται. Το λάιφστάιλ της διατροφής καταστέλλει προσωρινά τα διαρκώς ανατροφοδοτούμενα ρατσιστικά αντανακλαστικά.
Ταξιδεύοντας στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα τον ίδιο μήνα. Ο ιδρώτας των μεταναστών αποδεικνύεται ο κύριος λόγος που συνεχίζει να επιβιώνει ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα. Το ίδιο συμβαίνει όμως και με τον τουρισμό, καθώς στην εστίαση, στις περισσότερες βοηθητικές και βαριά χειρωνακτικές εργασίες, απασχολούνται μετανάστες, αρκετοί εκ των οποίων προέρχονται από τις αραβικές χώρες: κουβαλούν πάγο, καθαρίζουν φρεάτια, ξεβουλώνουν νεροχύτες και νιπτήρες, ανεβοκατεβάζουν αποσκευές, ξεφορτώνουν προμήθειες, καθαρίζουν τουαλέτες κοκ. Δεν υπάρχει ούτε μία δουλειά που να μην αναλαμβάνουν. Μερικά χρόνια πιο πίσω, Αύγουστο μήνα πάλι, η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας κατέστη δυνατή σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη εργασία εκατοντάδων μεταναστών.
Αυγουστιάτικο μεσημέρι στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας στην Καλλιθέα. Γιαγιά ογδοηκονταετής παρακολουθεί το αγαπημένο της τούρκικο σήριαλ. Της ετοιμάζει φαγητό η Όλγα, εξήντα ετών από τη Βουλγαρία, δασκάλα μουσικής στο επάγγελμα. Η Όλγα έχει αναλάβει τη φροντίδα της γιαγιάς εδώ και δέκα χρόνια περίπου.

Αρχές Αυγούστου στο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια εποχή ακριβώς, το κράτος εξαπολύει, χωρίς προσχήματα και χωρίς ντροπή, αντιμεταναστευτικό πογκρόμ με την κυνική ονομασία «Ξένιος Ζευς». Έχουν προηγηθεί οι εξαγγελίες για τη δημιουργία, σε όλη την Ελλάδα, κέντρων κράτησης- στοιβάγματος μεταναστών/προσφύγων, μιας και οι ελληνικές φυλακές δεν μπορούν πλέον να στοιβάξουν άλλους. Σχεδόν παράλληλα, οι αυτόκλητοι υπερασπιστές της «επικράτειας του αίματος», οι χρυσαυγίτες, επιτίθενται σε Ρομά στο Αιτωλικό, σε λατρευτικό χώρο μουσουλμάνων στα Καμίνια, σε Πακιστανούς στη Λυκόβρυση, στην κλούβα που μετέφερε τον Πακιστανό στον Πειραιά. Και δολοφονούν έναν Ιρανό μετανάστη στην Ομόνοια, αφού προηγουμένως έχουν επιτεθεί σε άλλους δύο, έναν Μαροκινό και έναν Ρουμάνο.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη εκφράζει τη λύπη του για τη δολοφονία, λες κι αυτή η ζωή χάθηκε από ιατρικό λάθος, ενώ τα καθεστωτικά μέσα εξακολουθούν να παίζουν την «υπόθεση της Πάρου», κατασκευάζοντας στρατηγικά το πρότυπο του μετανάστη - εγκληματία (βλ. Νικόλας Γανιάρης, «Τα καλά παιδιά και ο δράκος», Red Notebook12/8/12), θεαματοποιώντας δηλαδή μια υπόθεση ανδρικής βίας και μετατρέποντάς την σε υπόθεση παραβίασης της εθνικής καθαρότητας από αλλοεθνή. Εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο δε, έχει προηγηθεί η κατασκευή του προτύπου του μετανάστη-«υγειονομική βόμβα», και μάλιστα όχι από τους συνήθεις υπόπτους...

Ενώ μαίνεται ο επικοινωνιακός πόλεμος εναντίον των μεταναστών, κι ενώ οι χρυσαυγίτες απολαμβάνουν τη ρεβάνς από την αριστερά και την αναρχία - που παρά τα όποια λάθη είναι οι μοναδικοί πολιτικοί χώροι που σταθερά και έντιμα υπερασπίζονται τα κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων στην Ελλάδα-, νέες ιδιωτικοποιήσεις προετοιμάζονται, νοσοκομεία στην περιφέρεια υπολειτουργούν, οι δομές κοινωνικής φροντίδας καταργούνται και η δημόσια υγεία απειλείται από την ισοπέδωση του κράτους πρόνοιας. Ειδικότερα οι γυναίκες, για των οποίων την αξιοπρέπεια και την υγεία «κόπτονται» ξαφνικά η αστυνομία, τα ΜΜΕ και η ακροδεξιά (με την δίωξη των φερόμενων ως οροθετικών γυναικών δεν είδαμε να συμβαίνει κάτι ανάλογο...) πλήττονται σοβαρά.

Παρά τα όσα όμως, η κοινωνία δεν μοιάζει να αντιστέκεται στο αποτρόπαιο. Αναρωτιέται κανείς αν αυτό συμβαίνει επειδή πιάστηκε εξ απίνης μέσα στη χαύνωση του ελληνικού καύσωνα και της οικονομικής κρίσης. Κι όμως, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την επιδραστικότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας, που διαγράφει ακόμα και την εμπειρία της αλληλεπίδρασης με τους μετανάστες που ζουν στη χώρα μας.

Η κατά περίσταση διγλωσσία των μέσων ενημέρωσης, αλλά και του λόγου των αρχών αναφορικά με ζητήματα δικαίου, ηθικής και ανθρώπινης –και γυναικείας– αξιοπρέπειας έχει λειτουργήσει ως ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός συγκρότησης κοινωνικά συντηρητικών και ρατσιστικών ταυτοτήτων. Το εποικοδόμημα–«τσιμέντο», η σύγχρονη ελληνική κυρίαρχη ιδεολογία δηλαδή, όπως διαμορφώνεται από την καθεστωτική πολιτική επικοινωνία, είναι ένα συνονθύλευμα αναβιωμένης εθνικοφροσύνης, υπεράσπισης της παράδοσης, του δικαίου του αίματος και των αρχών του νεοφιλελευθερισμού.

Τον φετινό Αύγουστο, έτσι, ένας άλλος δημόσιος κίνδυνος γίνεται ορατός: η εξάπλωση και επικράτηση της μισαλλοδοξίας και η κοινωνική αποδοχή του ρατσισμού και των ρατσιστικών πολιτικών. Η μιντιακή αρένα προσφέρει το θέαμα της θυσίας των μεταναστών ως αντίδοτο –ή ως ναρκωτικό– στις κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες της πολιτικής που δημιούργησε την κρίση. Το κοινό αίσθημα δικαίου δοκιμάζεται, αν τελικά δεν έχει εκλείψει εντελώς.

Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο της καθοδηγούμενης σύγχυσης του «κοινού νου», ο ρατσιστής μπερδεύεται με τον πατριώτη, ο φασίστας, αν και παραβάτης του κοινού ποινικού δικαίου γίνεται «λαϊκός ήρωας», τα πογκρόμ νομιμοποιούνται στο όνομα της δημόσιας υγείας, οι χρυσαυγίτες αφήνονται να δρουν ανενόχλητοι ως παρακράτος, ο κυρίαρχος ρατσισμός «εξελίσσεται», καθιερώνοντας πλέον και τη φυλετική ιεραρχία, αφού ο μεγαλύτερος εχθρός έχει το πιο σκούρο δέρμα. Κάπως έτσι, ο φασισμός δικαιώνεται ως πολιτική για την ευημερία και την ασφάλεια της κοινωνίας.

Πηγή: Rednotebook.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου