Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Κρίση κατοικίας και άστεγοι στην Αθήνα στο φόντο της κρίσης

της Βάσως Καλαμά 

Μία από τις πιο τραγικές συνέπειες της πολιτικής της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι το απολύτως ορατό πλέον κοινωνικό φαινόμενο των αστέγων. Άνθρωποι που έχασαν την ιδιοκτησία τους λόγω δανείων ή άλλων οφειλών, νέοι άνεργοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία και έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους και άτομα που έχασαν την δουλειά τους λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν και αδυνατούν να επαναπροσληφθούν σε μια νέα εργασία λόγω της ηλικίας τους, αποτελούν μία νέα κατηγορία αστέγων, δημιούργημα της κρίσης, που έρχονται να προστεθούν στην παλαιότερη κατηγορία που αποτελούνταν κυρίως από μετανάστες και τοξικοεξαρτημένους.  
 
Το πρόβλημα εμφανίζει χωρικά τη μεγαλύτερη οξύτητα στο κέντρο της Αθήνας, ένα κέντρο που διαμορφώθηκε από την πύκνωση την εποχή της αντιπαροχής, την εγκατάλειψη από τα υψηλότερα οικονομικά στρώματα την περίοδο της προαστιοποίησης και την νέα πύκνωση από την εγκατάσταση μεταναστών. Η κοινωνική πόλωση που προκύπτει αντιμετωπίζεται από τον κυρίαρχο λόγο με τη ρητορεία περί “γκέτο” και “άβατου”. Συνεπώς οι προτάσεις για την κατοικία στο κέντρο της πόλης (π.χ. στις περιοχές του Μεταξουργείου, του Κεραμεικού και του Γερανίου) ρητά αναφέρονται σε νέα στρώματα πληθυσμού που το κέντρο θα προσελκύσει και όχι στους υπάρχοντες κατοίκους του και στα προβλήματά τους, εντείνοντας έτσι τα φαινόμενα υποβάθμισης.
 
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο αυτή η νέα κατηγορία άστεγων δημιουργείται σε μία χώρα που επιχείρησε να λύσει το ζήτημα της κατοικίας μέσω της αγοράς και της δραστηριοποίησης της μικρής επιχείρησης (αυτοστέγαση – αντιπαροχή). Η μία πλευρά του νομίσματος αυτών των διαδικασιών είναι το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και το μεγάλο κτιριακό απόθεμα, ενώ η άλλη πλευρά είναι η απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για τους ενοικιαστές και όσους δυσκολεύονται να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο λόγω της κρίσης. Αυτή η δεύτερη πλευρά θα αποδειχθεί καθοριστική, καθώς η ραγδαία αύξηση των τιμών της κατοικίας στην εποχή της ΟΝΕ, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά ανύπαρκτη πολιτική κοινωνικής κατοικίας, είχε σαν αποτέλεσμα την εξάρτηση του δικαιώματος στην κατοικία σε πολύ μεγάλο βαθμό από το τραπεζικό σύστημα. Επιπλέον, η  πολιτική της υπερφορολόγησης της ακίνητης περιουσίας εκ μέρους της τρόικας, αναμένεται να στρέψει πολύ κόσμο από την ιδιοκατοίκηση στην ενοικίαση. Ο αριθμός όσων δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώνουν το ενοίκιο τους ή τη δόση του στεγαστικού τους δανείου και τη θέρμανση και το ρεύμα της κατοικίας τους αυξάνεται συνεχώς. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν ένα μέρος του πληθυσμού σε απώλεια στέγης, και όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα φιλοξενίας σε σπίτια φίλων ή συγγενών στο φαινόμενο των άστεγων που ήδη υπολογίζονται σε 20.000 περίπου άτομα στην Ελλάδα.  
 
Στεγαστικές πολιτικές και τρόποι πρόσβασης στην κατοικία
 
Στην Ελλάδα το σύστημα παραγωγής κατοικίας καθόρισε και σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κρατικές στεγαστικές πολιτικές.  Στον οικοδομικό τομέα, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τη μεταπολεμική περίοδο, επικράτησε ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής κατοικίας. Η ιδιόμορφη σύμπραξη της γης μέσω του συστήματος της αντιπαροχής, η απουσία μεγάλων εταιριών και η μικρή ιδιοκτησία αστικής γης, εμπόδισαν τη διείσδυση μεγάλου κεφαλαίου στον τομέα της οικοδομικής δραστηριότητας. Δεδομένου αυτού, διασφαλίστηκε πρόσβαση στην κατοικία για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα με σχετικά χαμηλό κόστος. Μια ακόμη συνιστώσα που συνέβαλε στην κάλυψη των μεταπολεμικών στεγαστικών αναγκών αποτελούν οι αυτόνομες πρακτικές στέγασης κοινωνικών στρωμάτων που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση μέσω της αγοράς έτοιμων κατοικιών.
 
Έτσι, αντιπαροχή και αυτοστέγαση εξασφάλισαν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης (περίπου 77%). Γεγονός που συνετέλεσε, κατά τον Μαλούτα, στο να μην αναπτυχθούν διεκδικητικές κινήσεις απέναντι στο κράτος αλλά στο να καταβληθούν προσπάθειες αυτόνομης ρύθμισης του ατομικού ή και οικογενειακού στεγαστικού προβλήματος (Μαλούτας, 1990, σελ 21). Απαλλαγμένη από τέτοιες ευθύνες η κρατική παρέμβαση στο τομέα της στέγασης προσδιορίστηκε κυρίως ως πολιτική πριμοδότησης που διευκόλυνε τις αυτόνομες πρακτικές στέγασης με μέτρα όμως αύξηση των συντελεστών δόμησης, εντάξεις στο σχέδιο πόλης, ανοχή στην αυθαίρετη δόμηση, συγκράτηση του κόστους κατασκευής κτλ. Στην διαμόρφωση της πολιτικής αυτής, υποστηρίζει ο Εμμανουήλ, ότι συνέβαλε και η επικρατούσα άποψη ότι δεν υπάρχει στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα που συντηρείται ως πάγια θέση των αρμόδιων και συγκεκριμένα του ΥΠΕΧΩΔΕ από το 1980 (Εμμανουήλ, 2006, σελ 15). Η θέση αυτή βασίζεται σε έρευνες και στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζουν μεγάλο πλεόνασμα κατοικιών σε σχέση με τον πληθυσμό και μέσο όρο πυκνοκατοίκησης που υπερβαίνει το ένα δωμάτιο ανά άτομο. Τα υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα συνηγορούν στην ενίσχυση αυτής της θέσης.
 
Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τα στοιχεία γύρω από τα οποία συγκροτήθηκε η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα στο παρελθόν όπως τα καταγράφει και τα κατηγοριοποιεί ο Εμαννουήλ στη μελέτη του «Η κοινωνική πολιτική κατοικίας στην Ελλάδα: Οι διαστάσεις μιας απουσίας», που εν μέρει ισχύουν μέχρι και σήμερα(Εμμανουήλ, 2006, σελ 5-6):
_ το σύνολο φορολογικών ρυθμίσεων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, όπως η απαλλαγή φόρου μεταβίβασης
_ο χειρισμός των αντικειμενικών αξιών. «Το Σύστημα Αντικειμενικού προσδιορισμού της  Αξίας των ακινήτων» εφαρμόζεται από το 1985. Το σύστημα αυτό δεν σχετίζεται με τον προσδιορισμό των πραγματικών τιμών της γης, αλλά με τη διευκόλυνση των κρατικών υπηρεσιών προκειμένου να εισπράξουν του αναλογούντες φόρους κατά τις μεταβιβάσεις.
_οι επιδοτήσεις επιτοκίου σε περίπτωση λήψης δανείου για απόκτηση πρώτης κατοικίας και οι φοροαπαλλαγές για την αποπληρωμή των τόκων.
_τα στεγαστικά προγράμματα παροχής έτοιμης στέγης, δανειοδότησης και επιδότησης ενοικίου του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Ο ΟΕΚ είναι ένας αυτόνομος και αυτοχρηματοδοτούμενος φορέας που καλύπτει τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ που έχει στόχο την ευρύτερη παροχή στεγαστικών ευκαιριών σε ένα φάσμα δικαιούχων βάσει κριτηρίων, όπως το μέγεθος του εισοδήματος, ο αριθμός μελών της οικογένειας, η ύπαρξη αναπηρίας και η έλλειψη ιδιοκτησίας. Στηρίζεται στις εισφορές των εργαζομένων και παράγει ένα πολύ μικρό ποσοστό, περίπου 3%,της συνολικά παραγόμενης κατοικίας στην Ελλάδα (Πορτάλιου,2006).
_πολεοδομικός σχεδιασμός που εξασφαλίζει προσφορά γης και πολεοδομικές ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν ευνοϊκούς όρους δόμησης (ένταξη των αυθαίρετων κατοικιών στο σχέδιο πόλης, παρεκκλίσεις στην αρτιότητα των μικρών οικοπέδων) και λειτουργούν ουσιαστικά ως υποκατάστατο μια κοινωνικής πολιτικής κατοικίας.
_μέτρα αντιμετώπισης έκτακτων περιπτώσεων στέγασης ειδικών κοινωνικών ομάδων όπως οι σεισμόπληκτοι, πλημμυροπαθείς παλιννοστούντες, Ρωμά κτλ.
 
Σε πολλές ερευνητικές μελέτες και επιστημονικά κείμενα εμφανίζεται συχνά το επιχείρημα πως το σύστημα παραγωγής κατοικίας στην Ελλάδα λειτούργησε ως υποκατάστατο του απόντος κράτους πρόνοιας δημιουργώντας έναν αστικό ιστό χωρίς μεγάλες χωροκοινωνικές αντιθέσεις. Η κατοικία, λόγου χάρη στο κέντρο της Αθήνας, αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών ομάδων που συνυπάρχουν στις ίδιες περιοχές ακόμα και στις ίδιες πολυκατοικίες αποκαθιστώντας έτσι ένα είδος κοινωνικής συνοχής.
Υπάρχει όμως ένα έλλειμμα στην συζήτηση. Όπως επισημαίνει ο Εμμανουήλ, τα στοιχεία που απαρτίζουν τη στεγαστική πολιτική της χώρας αποκαλύπτουν μια οικονομική πολιτική με έντονη κοινωνική ανισομέρεια στην κατανομή των πόρων, ευνοώντας κυρίαρχα ίσως και αποκλειστικά τα μεσαία στρώματα, την οικοδομή, την ιδιοκατοίκηση ή την προσπάθεια απόκτηση κατοικίας ( Εμμανουήλ, 2006, σελ 9-10). Από πλευράς του κράτους δεν προβλέπεται καμία βοήθεια των νοικοκυριών και των ατόμων που αντιμετωπίζουν άμεσο και οξύ στεγαστικό πρόβλημα. Σε κάθε περίπτωση, οι ενοικιαστές, με εξαίρεση λίγων δικαιούχων επιδόματος ενοικίου του ΟΕΚ, δεν απολαμβάνουν καμία οικονομική ή φορολογική αρωγή και αγνοούνται ως κατηγορία για προστασία ή ενίσχυση.
 
Σαφή απουσία ουσιαστικών στοιχείων μιας κοινωνικής πολιτικής, διαπιστώνεται επίσης και σε περιπτώσεις ενοικιαστών ή ιδιοκτητών βεβαρυμμένων από στεγαστικά δάνεια που αντιμετωπίζουν οξύ στεγαστικό πρόβλημα σε συνθήκες αρνητικών οικονομικών αλλαγών. Στις μέρες μας, η μείωση των μισθών, η αύξηση της ανεργίας και ο πληθωρισμός των ενοικίων την τελευταία δεκαετία έχει οδηγήσει πολλά νοικοκυριά ή και άτομα στην αδυναμία συντήρησης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης. Γεγονός που αναδεικνύει ακόμα πιο γλαφυρά ότι απουσιάζει ένα “δίχτυ προστασίας” εκ μέρους της πολιτείας για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
 
Η κατοικία στο κέντρο της Αθήνας
 
Με σκοπό να μελετήσουμε την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας, αρχικά θα πρέπει  να γίνει μια πολύ σύντομη αναφορά στις ευρύτερες μεταλλαγές που υπέστησαν οι περιοχές κατοικίας στο κέντρο σε σχέση με τις γύρω προαστιακές περιοχές από τη δεκαετία του 1950 έως το 2001. Βασικοί παράγοντες που επέδρασαν στην διαμόρφωση της δομής και της κοινωνικοοικονομικής διάρθρωσης των κεντρικών συνοικιών της Αθήνας αποτελούν η αστικοποίηση, η προαστιοποίηση και η μαζική εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση.
Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο η αστικοποίηση στην Ελλάδα αναπτύχθηκε με πολύ γρήγορους ρυθμούς, τριπλασιάζοντας τον πληθυσμό της Αθήνας μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970. Οι ασφυκτικές ανάγκες για στέγαση που προέκυψαν λόγω της μετακίνησης εσωτερικών μεταναστών στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα το διάστημα 1950-1960, οδήγησαν στην μεγάλη οικοδομική ανάπτυξη της χώρας, γνωστή και ως “οικοδομικό θαύμα”.
 
Αυτές οι διαδικασίες αστικοποίησης αντικατοπτρίζονται στο δομημένο περιβάλλον της Αθήνας. Ορισμένα στοιχεία του ιστού και του κτιριακού αποθέματος, ιδιαιτέρως της Αθήνας, δείχνουν την προσπάθεια ενσωμάτωσης αυτού του αγροτικού μεταναστευτικού πληθυσμού στην αστική κοινωνία (Μαλούτας, 2000 σελ. 2). Η γρήγορη συγκρότηση των μεσαίων στρωμάτων στην Αθήνα, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, μετέβαλε σταδιακά και τη γεωμετρία της κοινωνικής δομής της πόλης. Η κοινωνική ανέλιξη σημαντικού τμήματος του πληθυσμού επικυρώνεται και από την στεγαστική του αναβάθμιση την δεκαετία του 1960 και 1970 μέσω των διαμερισμάτων των πολυκατοικιών της αντιπαροχής. Βασική χωρική επίπτωση του συστήματος της αντιπαροχής είναι η έντονη πύκνωση ζωνών κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας και γύρω από αυτό (Μαλούτας, 2008, σελ 43).  Μέχρι και το 1979 συναντάται ιδιαίτερα υψηλή οικοδομική δραστηριότητα, εκτεταμένες επενδύσεις στον τομέα και πληθώρα νέων παραγόμενων κατοικιών ετησίως. Η κατάσταση αυτή αρχίζει να αλλάζει από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, της διακοπής των στεγαστικών δανείων και την αύξηση της φορολογίας  που οδήγησαν τον οικοδομικό κλάδο σε ύφεση.
 
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990, δημιουργούνται νέα κριτήρια για την επιλογή κατοικίας που συμβαδίζουν με τις νέες μορφές καταναλωτικών προτύπων της εποχής και δίνουν νέο νόημα στην κατοικία ως σύμβολο ευμάρειας και κοινωνικής ανέλιξης. Ταυτόχρονα συντελούνται μια σειρά από κοινωνικές αλλαγές όπως η είσοδος της γυναίκας στην εργασία, μονοπυρηνικά μοντέλα οικογένειας έναντι παραδοσιακών κτλ., που γεννούν την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του μοντέλου κατοίκισης. Όλες αυτές οι αλλαγές έχουν επιπτώσεις και στις τιμές γης αλλά και στους τρόπους πρόσβασης στην κατοικία.
 
Οι παραπάνω συνθήκες και σε συνδυασμό με τα προβλήματα που προέκυψαν στο κέντρο της Αθήνας όπως η υποβάθμιση του κέντρου λόγω πυκνοδόμησης, η έλλειψη υποδομών και η ατμοσφαιρικής ρύπανση συνέβαλαν σε μεγάλη κινητικότητα των μεσοαστικών στρωμάτων από τις κεντρικές περιοχές της Αθήνας προς την περιφέρεια της πόλης. Αυτή η ανακατανομή του πληθυσμού είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση πολλών συνοικιών στο κέντρο της πόλης λόγω εγκατάλειψης και σταδιακής ερήμωσης του κτιριακού αποθέματος.
 
Ταυτόχρονα όμως με την μετακίνηση του πληθυσμού προς τα προάστια, από τις αρχές τις δεκαετίας του ΄90, η Ελλάδα αλλάζει από χώρα αποστολής μεταναστών σε χώρα “υποδοχής” μεταναστών. Έτσι οι εξωτερικοί μετανάστες επανακατοικούν στο κτιριακό απόθεμα του κέντρου της Αθήνας, δίνοντας ξανά ζωή σε πολλές υποβαθμισμένες συνοικίες του. Λόγω λοιπόν και της εγκατάστασης των μεταναστών το κέντρο διατήρησε τη χρήση της κατοικίας, αναφερόμενη μάλιστα σε διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά στρώματα λόγω των μεγάλων διαφοροποιήσεων στις τιμές στην εκάστοτε περιοχή. Η ύπαρξη των μεταναστών σε περιοχές υποβαθμισμένες ξαναέβαλε στην αγορά ακινήτων μεγάλο κτιριακό απόθεμα που έμενε αχρησιμοποίητο και ερημωμένο από τους ντόπιους και συνέβαλλε στην ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων και στην ενίσχυση του εμπορίου στο κέντρο της πόλης. Σε συνδυασμό με την παράλληλη εισαγωγή νέων χρήσεων εμπορίου και αναψυχής σε πολλές περιοχές, το κέντρο της Αθήνας δεν ερήμωσε ποτέ σε αντιδιαστολή με τέτοια φαινόμενα που παρατηρήθηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις μετά την μετακίνηση των κατοίκων τους προς τα προάστια (Βάταλη Φ., Μπαλαμπανίδης Δ., Σιατίτσα Δ., 2011).
 
Η κατοικία στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης
 
Τα τελευταία χρόνια τα δεδομένα στον τομέα της κατασκευής της κατοικίας, που υπήρξε στο παρελθόν αυτοχρηματοδοτούμενος, είναι εντελώς διαφορετικά. Η ραγδαία άνοδος τιμών της κατοικίας και η παραγωγή της κατοικίας κυρίαρχα από τον ιδιωτικό τομέα οδήγησαν στην πλήρη εξάρτησή του από το τραπεζικό κεφάλαιο. Η ισχυρή σύνδεση της αγοράς κατοικίας με το τραπεζικό σύστημα οφείλεται στο γεγονός ότι η αγορά κατοικίας χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο με τραπεζικό δανεισμό και οι κατοικίες χρησιμοποιούνται συχνά ως κύρια εγγύηση για την λήψη τραπεζικών δανείων.
 
Πρωταγωνιστικό ρόλο άλλωστε στο ξεκίνημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης είχε η αγορά κατοικίας και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που την πλαισιώνουν. Οι μεταβολές των τιμών των κατοικιών, των ενοικίων και των επιτοκίων των στεγαστικών δανείων επηρεάζουν αφενός τον πλούτο των νοικοκυριών και τις δυνατότητες πρόσβασης στην κατοικία και αφετέρου τις πολιτικές για οικονομική σταθερότητα αφού συνδέονται άμεσα και με τις διακυμάνσεις του πληθωρισμού. Για τους λόγους αυτούς πολλές έρευνες έχουν εκπονηθεί που παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της αγοράς κατοικίας υποστηρίζοντας πως κρίνονται αναγκαία μέτρα και πολιτικές για την ενίσχυση του τομέα της οικοδομής που στην Ελλάδα αποτελεί παραδοσιακά ισχυρό κομμάτι της αναπτυξιακής διαδικασίας.
 
Στην Ελλάδα για την περίοδο 1993-2007, οι τιμές των κατοικιών υπερδιπλασιάστηκαν. Πιο συγκεκριμένα στην περιοχή των Αθηνών αυξήθηκαν κατά 164% με μεγαλύτερη ένταση την περίοδο 1999-2002 (Συμιγιάννης, Χονδρογιάννης, 2009). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως παράγοντες ζήτησης κατοικιών, η οποία επηρεάστηκε από τα νέα κριτήρια για την επιλογή κατοικίας όπως είδαμε παραπάνω, από την περαιτέρω απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, από την διαδικασία σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας από την ΟΝΕ, από την πτώση του πληθωρισμού και την σημαντική μείωση των επιτοκίων. Η αύξηση των τιμών των κατοικιών τα τελευταία χρόνια καθιστά την απόκτηση της κατοικίας πιο δύσκολη, καθώς αυξάνει και το ποσό της αρχικής καταβολής για όσους χρηματοδοτούν την αγορά κατοικίας με δανεισμό.
 
Από το 2008 και έπειτα, σημείο έναρξης της οικονομικής κρίσης, συντελούνται καθημερινά αλλαγές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο που είναι αδύνατο να καταγραφούν ή και να προβλεφθούν με ακρίβεια, όσο τα φαινόμενα αυτά είναι εν εξελίξει. Για τον λόγο αυτό θα προσπαθήσω να παραθέσω ορισμένα στοιχεία που θεωρώ ότι συνδέονται με θέματα στέγασης σε μια προσπάθεια ανίχνευσης της επίδρασης της οικονομικής κρίσης σε αυτά.
 
Σε άρθρο στην εφημερίδα Αττική που δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουνίου το 2011, γίνεται λόγος για την απαρχή καθιέρωσης ενός μοντέλου στην χώρα που με την πάροδο του χρόνου θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ιδιοκατοίκηση ενώ θα αυξάνεται η ζήτηση για ενοικίαση. Σύμφωνα με το άρθρο, τη θέση αυτή υιοθετεί η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ) που βασίζεται σε εκτιμήσεις της ίδιας για τα αποτελέσματα που θα φέρουν τα νέα φορολογικά μέτρα, εισπρακτικού χαρακτήρα, του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος σε ότι αφορά τα ακίνητα (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών). Η αύξηση της ζήτηση για ενοικίαση έναντι της ιδιοκατοίκησης θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή για την Ελλάδα που παραδοσιακά σημείωνε υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης.
 
Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) η ανεργία τον Αύγουστο του 2011 ανέρχεται στο 18,4 % έναντι του ποσοστού 12,2% που κινούνταν ένα χρόνο πριν. Στο «Κοινωνικό Πορτραίτο της Ελλάδας 2010» αναφέρεται πως η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας (20%) (Μαλούρδος, Ναούμη, 2010, σελ. 18). Όσον αφορά στα θέματα της στέγασης στην ίδια έρευνα κατατίθεται πως το 15% του πληθυσμού στην Ελλάδα αδυνατεί να διατηρήσει σπίτι με ικανοποιητική θέρμανση, ενώ το 24% αδυνατεί να αποπληρώσει δόσεις δανείων για αγορά κατοικίας ή να καταβάλει το ενοίκιο του.
 
Παρόλο που τα στοιχεία της συγκεκριμένης έρευνας αναφέρονται στο 2008, στοιχεία από εφορείες που δημοσιεύονται καθημερινά στον ημερήσιο δημόσιο τύπο επιβεβαιώνουν ότι οι τάσεις αυτές (αδυναμία καταβολής ενοικίου και αποπληρωμής δανείων) είναι υπαρκτές το 2011 και ίσως (και) σε αύξηση. Συγκεκριμένα από το Φλεβάρη του 2011 μια σειρά από άρθρα του ημερήσιου τύπου, αποκαλύπτουν πως μέσα στις πρώτες 40 ημέρες του 2011 έχουν κινηθεί διαδικασίες για 4000 εξώσεις, οι μισές περίπου από όσες πραγματοποιήθηκαν ολόκληρη την διάρκεια του 2010. Η Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων εκτιμά πως το 50% των ενοικιαστών στο κέντρο της Αθήνας αδυνατεί να καταβάλει το ενοίκιο των κατοικιών και οι οφειλές τους πολλές φορές αγγίζουν τα 3.500 ευρώ, ενώ προβλήματα δημιουργούνται και με την αποπληρωμή των λογαριασμών της ΔΕΗ και του νερού. Η κατάσταση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στις χαμηλά εισοδηματικές αστικές συνοικίες, αλλά αγγίζει και τα μεσοαστικά προάστια όπως στη Γλυφάδα και στου Ζωγράφου.
 
Ως προς τα θέματα των πλειστηριασμών μέχρι στιγμής εκκρεμούν πολλές υποθέσεις που αφορούν στην πρώτη κατοικία λόγω αναστολής εκδίκασης μέχρι της 31 Δεκεμβρίου του 2011 (νόμος 3869/2010). Ωστόσο σύμφωνα με ένα πρόσφατο άρθρο στην Ελευθεροτυπία πάνω από 50.000 ακίνητα βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό την απειλή του πλειστηριασμού και τα μισά από αυτά αφορούν πρώτη κατοικία. Ο πρόεδρος της Εθνικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Προστασίας Πολιτών Καταναλωτών Δανειοληπτών, Βαγγέλης Κρητικός, αναφέρει σε συνέντευξη του στην ελευθεροτυπία στις 2/10/2011 ότι η αύξηση των διαταγών πληρωμής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είναι ιλιγγιώδης: «Στο συγκεκριμένο δικαστήριο, εκδικάζονται αιτήσεις διαταγών πληρωμής άνω των 12 χιλιάδων ευρώ. Σε σχέση με το 2008, το 2011 οι εκδόσεις διαταγών πληρωμής αναμένεται να αυξηθούν κατά 600%. Το 2008 είχαν εκδοθεί για ολόκληρο το έτος περίπου 5.000 διαταγές πληρωμής, ενώ μόνο για το πρώτο 6μηνο του τρέχοντος έτους εκδόθηκαν περίπου 25.000. Το αντίστοιχο ποσοστό για το Ειρηνοδικείο Αθηνών προσεγγίζει το 220%».
 
Η αύξηση των αστέγων και το φαινόμενο των “νεοαστέγων”
 
Γίνεται αντιληπτό πως σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία η αδυναμία καταβολής ενοικίου ή αποπληρωμής των δανείων, ιδιαίτερα των στεγαστικών, οδηγεί στην αυξημένη απώλεια στέγης. Τα άτομα που πλήττονται είτε καταφεύγουν σε φιλοξενία από συγγενικά πρόσωπα είτε αναγκάζονται να διαμένουν σε πρόχειρα καταλύματα ή ακόμα και στον δρόμο.
 
Το φαινόμενο των αστέγων πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα την δεκαετία του 1990, πολύ αργότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες  και συνδέθηκε με την μαζική εισροή μεταναστών και αιτούντων για άσυλο. Ίσως η καθυστέρηση της εμφάνισης του φαινομένου στην Ελλάδα να οφείλεται στην ύπαρξη των άτυπων κοινωνικών και οικογενειακών δικτύων που αποτελούσαν παραδοσιακά τον κύριο υποστηρικτικό μηχανισμό αντιμετώπισης των προβλημάτων στέγασης των μελών της οικογένειας. Οι μεταλλαγές όμως των τελευταίων χρόνων ως προς την δομή της οικογένειας, των σχέσεων αλληλεγγύης και την συνοχή των διαπροσωπικών δικτύων, συνέβαλαν στον επαναπροσδιορισμό του ρόλου αυτού του υποστηρικτικού μηχανισμού για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των αδύναμων μελών της οικογένειας. Από το 1990 και μετά, το πρόβλημα της έλλειψης στέγης αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς και δεν αφορά μόνο στους αλλοδαπούς αλλά και στον ντόπιο πληθυσμό. Τα τελευταία χρόνια οι άστεγοι στην χώρα μας αποτελούν μια ορατή κοινωνική πραγματικότητα, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα και το φαινόμενο αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση από αυτή που, εκ πρώτης όψεως φαίνεται, δεδομένου ότι ένας μεγάλος αριθμός αστέγων διαφεύγει της αντίληψης μας.
 
Τα περιορισμένα στοιχεία που διαθέτουμε για τον αριθμό και τα χαρακτηριστικά των αστέγων προέρχονται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς κατά προσέγγιση  καθώς δεν υπάρχει ένα οργανωμένο σύστημα συλλογής στατιστικών στοιχείων. Προβλήματα επίσης απορρέουν από την δυσκολία προσέγγισης των αστέγων, λόγω της κοινωνικής τους απομόνωσης και την συχνή μετακίνησή τους. Το 2009 το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ανέθεσε στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις την καταγραφή των εκτός στέγης ατόμων. Σύμφωνα με την αυτή την καταγραφή ο αριθμός των αστέγων υπολογίζεται για εκείνη την περίοδο σε 7.720 άτομα χωρίς να συμπεριλαμβάνεται όμως ο αριθμός των παράνομων μεταναστών και των πολιτικών προσφύγων που φιλοξενούνται κάπου προσωρινά ούτε μετακινούμενων Ρομά/Τσιγγάνων (Παπαλιού, 2010, σελ 215-216). Τα στοιχεία της καταγραφής αυτής αμφισβητούνται από εκπροσώπους Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων οι οποίοι μιλούν για 17.000 έως 20.000 άτομα που αποκλείονται από τη στέγη. Πιο συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την Έλλειψη Στέγης για την Ελλάδα εκτιμά για το 2010 πως οι άστεγοι υπολογίζονται στα 20.000 άτομα, εκ των οποίων 11.000 (ντόπιοι και μετανάστες) ζουν στην Αθήνα. Με τον αριθμό των 20.000 συμφωνούν και τα στοιχεία της ΜΚΟ “Κλίμακα” για το τέλος του 2010 μιλώντας όμως και για αύξηση του αριθμού αυτού κατά 25% το 2011. Σε περισσότερους από 11.000 άτομα ανέρχονται οι άστεγοι στην Αθήνα σύμφωνα και με τον κ. Τζανέτο Αντύπα, τον πρόεδρο της ΜΚΟ “Πράξις Ένταξις”.
 
Σε αυτό που συμφωνούν όμως όλες οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι πως η οικονομική κρίση, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και οι περικοπές της περιόδου εκτός του ότι οδηγούν σε δραματική αύξηση των αστέγων, διαφοροποιούν το φαινόμενο αυτό και ποιοτικά. Συγκεκριμένα, έρχεται στο προσκήνιο μια νέα γενιά αστέγων και στον ημερήσιο τύπο συναντάται όλο και πιο συχνά η χρήση του όρου “νεοάστεγοι”. Ο όρος “νεοάστεγοι” χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας που διαφέρει αρκετά από ότι μέχρι σήμερα γνωρίζαμε για τα άτομα που διαβιώνουν στον δρόμο. Πρόκειται για πληθυσμό που μέχρι πρότινος είχε ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο. Στην πλειονότητα τους είναι άνδρες, ντόπιοι με μέτριο και υψηλό μορφωτικό επίπεδο, πρώην εργαζόμενοι σε επαγγελματικούς κλάδους που έχουν πληγεί από την κρίση. Είναι κυρίως άτομα παραγωγικών ηλικιών (30-45 ετών) που έχασαν την ιδιοκτησία τους με δήμευση, λόγω δανείων ή άλλων οφειλών, νέοι άνεργοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία και έχουν απομακρυνθεί από την οικογένεια τους και άτομα που έχασαν την δουλειά τους λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν και αδυνατούν να επαναπροσληφθούν σε μια νέα εργασία λόγω της ηλικίας τους. Δεν παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ψυχικών διαταραχών ούτε εξάρτηση από χρήση ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ και διατηρούν ισχυρές σχέσεις με το οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον.
 
Θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το σημείο να παραθέσω μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε ο κ Π.Παναγιωτόπουλος στην εφημερίδα Το Βήμα στις 21/11/2010. Ο κ Π.Παναγιωτόπουλος είναι 61 ετών, φιλοξενείται προσωρινά στους ξενώνες του Ερυθρού Σταυρού στην πλατεία Κουμουνδούρου και ως θύμα της οικονομικής κρίσης ανήκει σε αυτή την ομάδα των νεοαστέγων. Στην συνέντευξη του αφηγείται πως από την πρώτη γραμμή παραγωγής της οικονομίας βρέθηκε να διαμένει στον δρόμο καθώς και το πως διαρθρώνεται στο σήμερα η καθημερινή του ζωή.
 
«Έπιασα δουλειά 21 χρόνων στην Πεσινέ. Ήμουν στέλεχος της επιχείρησης και τότε απαγορευόταν να απεργήσουμε. Όμως απήργησα. Και την επομένη απολύθηκα. Η Πεσινέ τότε δημιουργούσε περιβαλλοντικά προβλήματα» λέει. «Επανήλθα στην Αθήνα και δραστηριοποιήθηκα στον κλάδο των τροφίμων. Δούλευα σε αλυσίδες τροφίμων, σε επιχειρήσεις που έκαναν πωλήσεις και αργότερα στην οργάνωση των σουπερμάρκετ. Ήμουν στον χώρο από το 1978 ως το 2000» σημειώνει. Ο κ. Παναγιωτόπουλος εργάστηκε στη συνέχεια σε εταιρεία εισαγωγής ιατρικών μηχανημάτων και, έπειτα, σε εισαγωγική επιχείρηση που ήταν και η τελευταία του δουλειά.
 
«Εργαζόμουν σε εταιρεία εισαγωγής ενδυμάτων. Οι δύο συνέταιροι αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Βρέθηκα εκτός…» διηγείται. «Κατοικούσα σε έναν χώρο και αργότερα βρέθηκα εδώ. Δεν είχα πρόσβαση σε σπίτι, όμως δεν ήθελα να απευθυνθώ σε φίλους και ήμουν μόνος» τονίζει. Έχει πάρει διαζύγιο εδώ και χρόνια και δεν έκανε παιδιά. «Είχα βρεθεί για ημέρες στον δρόμο. Είχα δυσκολία να βρω φαγητό και ήμουν χωρίς νερό. Με αλχημείες προσπαθούσα να επιβιώσω» λέει. «Είχα βρει μία καφετερία στο κέντρο της Αθήνας. Δίπλα της υπάρχουν τρία ιδρύματα, τα οποία φρουρούνται διαρκώς. Πήγαινα να κοιμηθώ εκεί για σιγουριά .Τη νύχτα τα πράγματα είναι πολύ άγρια. Μπορεί να μπλεχτείς σε διαφορές χωρίς να φταις» σημειώνει.
 
«Η παραμονή μου εδώ στον ξενώνα τελειώνει. Λογικό είναι. Υπάρχει μεγάλη ζήτηση εκεί έξω και το βλέπουμε καθημερινά. Λογικά, θα βρεθώ πάλι έξω. Προσπαθούμε εδώ με τους ανθρώπους του ξενώνα να κάνουμε επαφές με επιχειρήσεις, στέλνουμε βιογραφικά για να βρεθεί μια δουλειά. Όμως, όταν ακούν την ηλικία μου, απαντούν “ψάχνω για κάποιον νεότερο”» λέει. Μιλάει για αναλγησία. «Δεν μπορεί να βγαίνει ο Πάγκαλος και να λέει “μαζί τα φάγαμε”. Δεν έχουμε να αγοράσουμε ένα τσιγάρο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός για έναν άνθρωπο που έχει δουλέψει να ζητά ένα τσιγάρο!» σημειώνει.
 
«Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμουν εδώ. Είχα σπίτι και αυτοκίνητο. Αφιερωνόμουν στη δουλειά και αμειβόμουν με το παραπάνω πάντοτε πάνω από τη συλλογική σύμβαση» λέει.
«Αυτά που ακούμε στην τηλεόραση για τον ΟΑΕΔ είναι καραμέλες. Να βρουν κονδύλια, τα οποία θα φτάσουν σε εμάς» τονίζει. «Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: Άνεργοι, ανασφάλιστοι, άστεγοι και άφραγκοι. Εάν το καταλάβουν αυτό, μόνο έτσι θα δουν και το πρόβλημά μας» λέει. «Ο ξενώνας δεν έχει τα κονδύλια. Απευθύνομαι και στους έχοντες για να προσφέρουν. Κάτι για να μας βοηθήσει ψυχολογικά» σημειώνει ο κ. Παναγιωτόπουλος. «Αυτό το πράγμα είναι παράλογο. Μηδενική ευαισθησία από τους εργοδότες. Αυτές οι εκρήξεις που δημιουργούνται θα στραφούν εν τέλει εναντίον τους» τονίζει με πικρία.
«Στα στέκια των αστέγων», Εφημερίδα το Βήμα, 21/11/2010
 
Στην χώρα μας, δεν υπάρχει επίσημος προσδιορισμός της ομάδας των αστέγων, γεγονός που έχει ως συνέπεια την έλλειψη δημόσιων πολιτικών πρόληψης και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των αναγκών αυτής της ευάλωτης ομάδας πληθυσμού. Την έλλειψη αυτή προσπαθούν να καλύψουν αρκετοί φορείς, υλοποιώντας διάφορα προγράμματα στήριξης των αστέγων κυρίως σε τοπικό επίπεδο. Στον Δήμο Αθηναίων λειτουργεί από το 1998 το Κέντρο Υποδοχής Αστέγων παρέχοντας 3 ξενώνες βραχυπρόθεσμης φιλοξενίας, κέντρο σίτισης και αναπτύσσει δράσεις κοινωνικού χαρακτήρα όπως το κοινωνικό παντοπωλείο, το κοινωνικό φαρμακείο και την Αθηναϊκή αγορά. Επικουρικά στο έργο αυτό λειτουργούν και οι διάφορες ΜΚΟ Κλίμακα, Praksis, ΑΡΣΙΣ που στο πλαίσιο λειτουργίας τους αναπτύσσονται δράσεις κατά του κοινωνικού αποκλεισμού και ενδυνάμωσης και επανένταξης οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων παρέχοντας και κάποιες υπηρεσίες προσωρινής στέγασης και διατροφής.
 
Παρόλες τις αξιόλογες προσπάθειες των παραπάνω φορέων, το κράτος αδυνατεί να εξασφαλίσει το δικαίωμα στην κατοικία σε άτομα που είναι ήδη άστεγα είτε να λειτουργήσει προληπτικά για τον περιορισμό του φαινομένου. Η αρμόδια Διεύθυνση Οικιστικής Πολιτικής και Κατοικίας του ΥΠΕΚΑ εφαρμόζει προγράμματα στεγαστικής αποκατάστασης μόνο για επείγουσες περιπτώσεις φυσικών καταστροφών. Επιπρόσθετα, η παροχή επιδομάτων, υπηρεσιών στήριξης ή άλλων διευκολύνσεων για τους αστέγους είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και μόνο κάποιες συγκεκριμένες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (ΑΜΕΑ, άποροι, μονογονεϊκές οικογένειες κλπ) δικαιούνται κάποιες κοινωνικές παροχές. Η μη διάθεση οικονομικών πόρων λοιπόν από τους ασκούντες της κρατικής εξουσίας θέτει υπό αμφισβήτηση την εφαρμογή του συνταγματικά κατοχυρωμένου κοινωνικού δικαιώματος στην κατοικία.
 
Το κέντρο της πόλης
 
Οι συνέπειες της κρίσης όμως δεν είναι μόνο οικονομικές και δεν αφορούν μόνο στους τρόπους πρόσβασης ή και απόκτησης στην κατοικία. Η κοινωνική πόλωση στο κέντρο της Αθήνας αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει το κέντρο όπως η απαξίωση μεγάλου τμήματος του κτιριακού και στεγαστικού του αποθέματος, η ανεπάρκεια κοινωνικών υποδομών, η κακή ποιότητα του δημόσιου χώρου και η περιβαλλοντική υποβάθμιση συνδέονται και με ευρύτερες κοινωνικές αναδιαρθρώσεις της περιόδου.
 
Από το 2007 και μετά, στον ημερήσιο έντυπο και τηλεοπτικό τύπο όλο και περισσότερα άρθρα αναφέρονται στην “κρίση του κέντρου της Αθήνας” η οποία χρήζει άμεσης επέμβασης της πολιτείας. Ο δημόσιος εκφρασμένος λόγος των ΜΜΕ και της πολιτείας χρησιμοποιεί ως επί τω πλείστο τους όρους “γκέτο” και “άβατο”. Δύο όροι με ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό υπόβαθρο που η χρήση τους συμβάλλει στην κατασκευής μια εικόνας για περιοχές του κέντρου που προκαλεί το φόβο της κοινωνίας. Χωρικά το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις περιοχές της Ομόνοιας και γύρω από αυτή, του Μεταξουργείο, του Αγίου Παντελεήμονα, και των πλατειών Θεάτρου, Βάθης, Βικτωρίας και Αμερικής.
 
Αναμφίβολα, σε πολλές συνοικίες στην Αθήνα, υπάρχει εγκληματικότητα, η οποία εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές. Η μη διάκριση όμως των μορφών αυτών επιτρέπει την εύκολη στοχοποίηση διάφορων κοινωνικών ομάδων με έναν ενιαίο και ισοπεδωτικό τρόπο. Φαινόμενα όπως η έντονη παρουσία μεταναστών, η πορνεία, η διακίνηση ναρκωτικών, η ραγδαία αύξηση αστέγων, το παραεμπόριο και η αύξηση της εγκληματικότητας παρόλο που αποτελούν διαφορετικής φύσης κοινωνικά προβλήματα, συχνά συσχετίζονται, για να περιγράψουνε την εικόνα πολλών κεντρικών περιοχών της Αθήνας. Οι ομάδες αυτές συχνά και ίσως εσκεμμένα, υποδεικνύονται ως ο βασικός παράγοντας της υποβάθμισης, της εγκατάλειψης, της αύξησης της εγκληματικότητας και της εκδήλωσης της παραβατικότητας. Ταυτόχρονα η ρητορεία αυτή περί “γκέτου” και “άβατου” μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστικούς συνειρμούς συνδυασμού της εγκληματικότητας με την εικόνα της ομαδικής κατοίκησης μεταναστών και αστέγων σε εγκαταλελειμμένα κτίρια. Έτσι προκύπτει το εξής: η απομάκρυνση από την περιοχή των κοινωνικών υποκειμένων που φέρουν το στίγμα της ενοχής μοιάζει να είναι κάτι το φυσικό και δίκαιο και μάλιστα με έναν τρόπο άμεσο και επιτακτικό.
 
Η “επιστροφή των κατοίκων” στο κέντρο
 
Παρά τη μεγάλη ιδεολογική προεργασία, την εκτεταμένη αστυνόμευση (που πολλές φορές φτάνει στα όρια της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης εξουσίας) και τις πολλές βίαιες εκκενώσεις κτιρίων όπου στεγάζονται μαζικά μετανάστες, το κράτος δεν έχει καταφέρει να καταστείλει και να ελέγξει τα φαινόμενα εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Ο πολλαπλασιασμός των φαινομένων αυτών διεγείρει από την μεριά των ντόπιων ρατσιστικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά τα οποία εκδηλώνονται πολλές φορές με τον πιο βίαιο τρόπο. Η πολωμένη αυτή κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας συνετέλεσε στο να ενταχθεί το θέμα της κατοικίας σε μια σειρά από πολιτικές για την επίλυση του “προβλήματος” του κέντρου της Αθήνας.  Το ΥΠΕΚΑ είχε ανακοινώσει από το 2010, μέσω του προγράμματος «Αθήνα-Αττική 2014», ότι πρόκειται να θεσπιστούν κίνητρα ενίσχυσης της κατοικίας του κέντρου με στόχο την προσέλκυση των κατοίκων.
 
Τον Μάιο του 2011 εκδηλώθηκε ένα τεράστιο ξέσπασμα ρατσιστικής βίας με έναν ακραίο τρόπο στις περιοχές του Αγίου Παντελεήμονα, της Αττικής, της Κυψέλης και τα Κάτω Πατήσια. Η Κυβέρνηση σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση υπό το βάρος και την ευθύνη των εκρηκτικών αυτών γεγονότων δημοσιοποιούν, λίγες μέρες μετά, το «Σχέδιο Δράσης για την Αθήνα» στο οποίο προτείνονται  μια σειρά από μέτρα για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων συνθηκών και προβλημάτων του κέντρου. Ο κύριος διατυπωμένος στόχος του σχεδίου είναι η ολοκληρωμένη παρέμβαση των επιμέρους δράσεων για την διασφάλιση συνθηκών ασφαλούς διαβίωσης των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης. Εκτός από την υλοποίηση μεγάλων γενικών αστυνομικών ελέγχων με καθημερινές περιπολίες και μια σειρά άλλων μέτρων, τίθεται το θέμα της “επιστροφής των κατοίκων” στο κέντρο της πόλης.
 
Η επιστροφή της χρήσης της κατοικίας παρουσιάζεται ως η λύση για την αναχαίτιση των φαινομένων αποσάθρωσης και των προβλημάτων υποβάθμισης που αντιμετωπίζουν κεντρικές συνοικίες του ιστορικού κέντρου. Οι προτάσεις αυτές αναφέρονται σε πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες αποτελούνται από νεαρά ζευγάρια, φοιτητές και γενικά μεσαία και ανώτερα στρώματα. Η δέσμη κινήτρων που ανακοινώθηκαν αποβλέπει αφενός μεν στην αποκατάσταση των κτιρίων αφετέρου στην υποστήριξη των ιδιοκτησιών όσων επιθυμούν να εγκατασταθούν στις περιοχές του Γερανίου, του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού. Μαζί με την ενίσχυση της κατοικίας στις συγκεκριμένες περιοχές προτείνεται και η αξιοποίηση παλιών εγκαταλειμμένων ξενοδοχείων στην περιοχή της Ομόνοιας και η μετατροπή τους σε προνομιακές κατοικίες για φοιτητές.
 
Με μια ειδική νομοθετική ρύθμιση που θεσμοθετείται για τις περιοχές του κέντρου που κρίνεται ότι παρουσιάζουν έντονη κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική υποβάθμιση θα εγκρίνονται για ορισμένο χρονικό διάστημα ειδικές οικονομικές ρυθμίσεις με φορολογικά κίνητρα. Οι περιοχές αυτές θα  κηρύσσονται ως “Ζώνες Ειδικής Ανάπλασης” και αποτελούν τμήματα της πόλης όπου ο ιδιωτικός τομέας δεν εκδηλώνει επενδυτικό ενδιαφέρον και άρα κρίνεται απαραίτητη η κρατική χρηματοδότηση για την ανάκαμψή τους. Το Γεράνι αποτελεί την πρώτη υποψήφια περιοχή που έχει επιλεγεί για την πιλοτική εφαρμογή δράσεων και πολιτικών που αφορούν στην αναζωογόνηση της. Η έρευνα της υφιστάμενης κατάστασης της περιοχής έχει ήδη ανατεθεί και ολοκληρωθεί στην αστική ΜΚΟ SARCHA.
 
Τα φορολογικά κίνητρα ενίσχυσης της κατοικίας που εξέδωσαν στο φως της δημοσιότητας το ΥΠΕΚΑ σε συνεργασία με το Υπ Οικονομικών έχουν ως εξής:
_φορολογικές απαλλαγές για αποκατάσταση και εκσυγχρονισμού ακινήτου με χρήση κατοικία, γραφείων, επαγγελματικού χώρου και ισόγειων καταστημάτων. Επί μια δεκαετία, θα εκπίπτει από τον οφειλόμενο φόρο εισοδήματος, το 80% της συνολικής δαπάνης για έργα κόστους μέχρι 600 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για το Γεράνι και 500 για το Μεταξουργείο και το Κεραμεικό.
_φορολογικές απαλλαγές από το συνολικό κόστος δαπάνης αποκατάστασης των όψεων και των κοινόχρηστων χώρων κτιρίων. Ανάλογη ρύθμιση γίνεται και για τον εκσυγχρονισμό και την αποκατάσταση διατηρητέων κτιρίων. Θα εκπίπτει κάθε χρόνο το 1/10 της συνολικής δαπάνης αποκατάστασης και μέχρι κόστος 2.000 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.
_χορήγηση κινήτρων για τις αγοραπωλησίες ακινήτων της περιοχής μέσα στα επόμενα δύο έτη μειώνοντας τον φόρο μετεπιβίβασης από 10%, που ισχύει σήμερα, σε 3%.
_μείωση των τιμών των αντικειμενικών αξιών 50% για τους ισόγειους χώρους και 30% για τους υπόλοιπους ορόφους και τους υπόγειους χώρους.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των μειώσεων που τίθενται είναι τα συγκεκριμένα ακίνητα να ιδιοκατοικηθούν ή σε περίπτωση εκμίσθωσης να διατίθενται σε πρόσωπα που το δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα τους είναι τριπλάσιο του ενοικίου. Επιπρόσθετα μέτρα που ανακοινώθηκαν και επηρεάζουν με ποιο έμμεσο τρόπο την ενίσχυση της κατοικίας μέσω της αναβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος όπως η ζωγραφική σε τυφλές όψεις, η χρηματοδότηση για την υλοποίηση μελετών του διαγωνισμού «Αθηνα Χ4» και της πλατείας Θεάτρου.
 
Πριν εξετάσω με έναν πιο αναλυτικό τρόπο τα ενδεχόμενα αποτελέσματα των συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών ενίσχυσης της κατοικίας , θα  ήθελα να κάνω κάποια σχόλια για την χρήση των όρων “προσέλκυση των κατοίκων” και “επιστροφή των κατοίκων”. Το κέντρο της Αθήνας όμως δεν έμεινε ποτέ κενό από κατοίκους. Στην ενότητα «Νομοθετική Ρύθμιση για κήρυξη περιοχών ως “Ζωνών Ειδικής Ανάπλασης”» του κειμένου αναφέρεται συγκεκριμένα ότι στις περιοχές πρέπει να στηριχθεί και να συγκρατηθεί ο υγιής πληθυσμός που έχει απομείνει και να προσελκυστεί νέος. Οι λέξεις και οι όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τα πράγματα δεν είναι κενοί περιεχομένου. Οι κοινωνικές ομάδες που θεωρούνται υγιείς κατά την άποψη του ΥΠΕΚΑ  είναι αυτές που ανήκουν στη νέα “δημιουργική” τάξη που αναζητά τον διαφορετικό/εναλλακτικό τύπο κατοίκησης και θα λύσουν τα προβλήματα της υποβάθμισης της πόλης. Παρόλο που συναντάται πολύ συχνά η επιχειρηματολογία για την άνοδο αυτής της “δημιουργικής τάξης”, αυτό που δεν έχει εξεταστεί είναι το κατά πόσο και με ποιόν τρόπο επηρεάζεται από την εντεινόμενη οικονομική κρίση της περιόδου. Το ερώτημα αυτό προκαλεί προβληματισμό για την βιωσιμότητα τελικά αυτών των νέων κοινωνικών ομάδων στο μέλλον και την δυνατότητα τους να ανταπεξέλθουν οικονομικά και κοινωνικά στον ρόλο του “υγιή και επιθυμητού κατοίκου”.
 
Ταυτόχρονα όμως με τη χρήση της έκφρασης “υγιής πληθυσμός” υπονοείται και το αντίθετό της. Δηλαδή οι κάτοικοι της παρούσας στιγμής δεν είναι αρκετά υγιείς για να παραμείνουν στο κέντρο και άρα είναι ανεπιθύμητοι. Ποιοι λοιπόν είναι αυτοί, από ποιους και γιατί είναι ανεπιθύμητοι; Προφανώς αναφέρονται στους χιλιάδες μετανάστες που ζουν και εργάζονται στο κέντρο, στους αστέγους που αναζητούν κατάλυμα την νύχτα, στους τοξικοεξαρτημένους, στις ιερόδουλες και άλλα κινούμενα στο περιθώριο άτομα. Είναι ανεπιθύμητοι γιατί κατά τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο ευθύνονται για όλα τα προβλήματα υποβάθμισης του αστικού χώρου του κέντρου και την αύξηση της εγκληματικότητας. Είναι ανεπιθύμητοι από την πολιτεία και το κράτος γιατί αμαυρώνουν την εικόνα της πόλης και από τους φορείς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας γιατί λειτουργούν ως τροχοπέδη στα επενδυτικά τους σχέδια. Πρόκειται για τους ανθρώπους που πρώτοι και περισσότερο από όλους έχουν υποστεί στην καθημερινότητα τους τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης, που η παρουσία τους σε οποιονδήποτε χώρο είναι συνεχώς υπό αίρεση.
 
Συμπεράσματα – Απολογισμός
 
Προσπαθώντας λοιπόν να εξάγω κάποια πρώτα συμπεράσματα μέσα από  την ιστορική αναδρομή όσον αφορά στους τρόπους πρόσβασης στην κατοικία και των στεγαστικών πολιτικών μέχρι σήμερα θα μπορούσα να υποστηρίξω πως ο ρόλος του κράτους και της αγοράς άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου. Με μια πρώτη ανάγνωση της δήλωσης για το ότι «κρίνεται αναγκαία η λήψη μέτρων εκ μέρους του κράτους από την στιγμή που ο ιδιωτικός τομέας δεν εκφράζει επενδυτικό ενδιαφέρον για συγκεκριμένες περιοχές» του Σχεδίου Δράσης για το Κέντρο της Αθήνας, θα μπορούσε κάποιος αρχικά να συμπεράνει από την παραπάνω δήλωση είναι πως οι ρίζες αυτής της πολιτικής στάσης εντοπίζονται σε πολύ παλαιότερες περιόδους. Άλλωστε η πάγια κρατική επέμβαση στον τομέα της στέγασης προσδιορίστηκε κυρίως ως πολιτική πριμοδότησης. Από την στιγμή που το κράτος δεν προσέφερε κοινωνική προστασία στους κατοίκους που είχαν ανάγκη, παρείχε κίνητρα αποκλειστικά για την ενίσχυση της αγοράς της κατοικίας.
 
Από την άλλη μεριά όμως, αρχίζει εδώ και κάποια χρόνια να διαφαίνεται η σύναψη μιας νέας άτυπης συμμαχίας μεταξύ κράτους και αγοράς. Η αγορά και το οικοδομικό κεφάλαιο ναι μεν αναγινώσκουν τις επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρουν οι υποβαθμισμένες περιοχές αλλά δεν μπορούν να αναλάβουν το επενδυτικό αυτό ρίσκο χωρίς την κρατική στήριξη. Υπάρχει επίσης και ένα ιδεολόγημα, εδώ και πολλά χρόνια, πως ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να επιλέξει καλύτερα από τον δημόσιο, μέσω της αγοράς, για το πού θα κατευθύνεται το κεφάλαιο και οι πιστώσεις. Αυτό το ιδεολόγημα κατέρρευσε εντυπωσιακά το 2007, δίνοντας δάνεια και πιστώσεις σε τομείς χωρίς καμία πραγματική προοπτική ανάπτυξης. Έτσι το κράτος προσπαθώντας να παρέχει ένα επενδυτικό κλίμα ασφάλειας αναλαμβάνει την υλοποίηση μιας σειράς αστικών αναπλάσεων εκκενώνοντας τις εκάστοτε περιοχές από κοινωνικές ομάδες που δεν ανήκουν στην κατηγορία των “επιθυμητών” κατοίκων. Σε αυτή την λογική αποσκοπεί και ρύθμιση για την περίπτωση εκμίσθωσης του ακινήτου. Το δηλωμένο εισόδημα των ατόμων που θα ενοικιάσουν ένα ακίνητο και θα απολαμβάνουν τις φορολογικές απαλλαγές θα πρέπει να είναι το τριπλάσιο του ενοικίου. Άρα θα πρέπει να ανήκουν σε πιο ευκατάστατα στρώματα και ταυτόχρονα το ποσό που ιδιοκτήτες επένδυσαν για την ανέγερση νέων κατοικιών ή τη βελτίωση των παλαιότερων να τους επιστραφεί πίσω με τον πιο εγγυημένο τρόπο (Harvey, 2011).
Όπως είδαμε και στην αρχή της εργασίας οι στεγαστικές πολιτικές του κράτος στο παρελθόν συγκροτούνταν κυρίως γύρω από την ενίσχυση της οικοδομής χωρίς να είναι δυνατόν να εξυπηρετήσουν τα στεγαστικά προβλήματα αδύναμων κοινωνικά ομάδων. Στο σήμερα όμως θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως οι προωθούμενες πολιτικές στον τομέα της στέγασης σε συνδυασμό με τα μέτρα λιτότητας, την οικονομική κρίση και την αύξηση της ανεργίας, πως είναι αυτές που δημιουργούν την “κρίση” στη κατοικία και ευθύνονται για τις στρατιές αστέγων στις πόλεις καθιστώντας πραγματικότητα τους “χώρους αποκλεισμού”.
 
Το να υποστηρίξει κάποιος ότι η στέρηση του δικαιώματος στη κατοικία επιταχύνει διαδικασίες κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης θα ήταν μάλλον κοινότυπο.  Το να επικαλεστεί κάποιος την συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην κατοικία δεδομένου του ρόλου του κράτους στο σήμερα και των σύγχρονων πολιτικών, θα ήταν μάλλον ανώφελο. Το πρόβλημα της έλλειψης στέγης αναδεικνύεται στην χώρα μας επίκαιρο όσο ποτέ και η περαιτέρω αναμενόμενη διόγκωσή του επιβάλλει να μην αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της φιλανθρωπίας. Οι δράσεις που θα ήταν απαραίτητες για την εξάλειψη του φαινομένου θα πρέπει να στοχεύουν στην ρίζα του προβλήματος, δηλαδή στις αιτίες του: τον αποκλεισμό από την αγορά εργασίας και την οικονομική εξαθλίωση. Χρειάζονται μεγάλες πολιτικοκοινωνικές τομές και υιοθέτηση άλλων μορφών οργάνωσης για να οραματιστούμε μια άλλη πόλη όπου το δικαίωμα στην κατοικία θα είναι αδιαπραγμάτευτο.
 
Πηγή : aristeroblog 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου